Πίννα Pinna nobilis
Κατηγορία κινδύνου στη Ελλάδα: Τρωτό VU
Η πίννα παρατηρείται σε όλες τις θαλάσσιες περιοχές της Ελλάδας. Ζει σε βάθη μεταξύ 0,5 και 50 μ., περίπου, συνήθως σε λιβάδια φανερόγαμων φυτών (κυρίως Posidonia oceanic και Cymodocea nodosa), αλλά και σε αμμώδεις βυθούς χωρίς βλάστηση. Ζουν μερικώς θαμμένες στο μαλακό υπόστρωμα (περίπου κατά το 35% του μήκους τους) και παραμένουν σταθερές στην ίδια θέση για όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Μπορεί να φτάσουν σε μέγεθος τα 120 εκ.
Παρά το καθεστώς προστασίας της (Οδηγία Οικοτόπων 92/43/ΕΟΚ, σύμβαση της Βαρκελώνης), αλιεύεται έντονα για το κρέας της ή για τη χρήση του οστράκου της ως διακοσμητικού. Επίσης καταστρέφονται από αλιευτικά εργαλεία (τράτες και δίχτυα βυθού), αλλά και από την αγκυροβόληση σκαφών.
Προστατεύεται βάσει του Π.Δ. 67/1981 και από διεθνής συμβάσεις.
Το χέλι είναι ευρύαλο είδος και βρίσκεται σε γλυκά ή θαλασσινά νερά, σε βαθιά ή σε ρηχά νερά, ενώ μπορεί να μείνει έξω από το νερό για αρκετές ώρες. Έχει επίμηκες σώμα, σαν φίδι με μήκος από 5 εκατοστά μέχρι 4 μέτρα.
Το ευρωπαϊκό χέλι (Anguilla Anguilla) είναι κατάδρομο είδος, δηλαδή ένα είδος που ζει σε γλυκά νερά αλλά επιστρέφει στη θάλασσα για αναπαραγωγή. Ξεκινάει τον κύκλο ζωής του στη θάλασσα των Σαργασσών, στον Ατλαντικό Ωκεανό. Οι προνύμφες του παραμένουν εκεί για ένα έως δυο χρόνια και στη συνέχεια μεταφέρονται με το ρεύμα του Κόλπου (GulfStream) στις ευρωπαικές ακτές όπου φτάνουν ύστερα από ταξίδι 200-300 ημερών. Μόλις εισέλθει στα εσωτερικά ύδατα παίρνει τη μορφή μικρού χελιού. Στη συνέχεια καθώς ωριμάζει παίρνει τη μορφή κιτρινόχελου και τέλος, μεταμορφώνεται σε ασημόχελο. Όταν φτάσει σε ηλικία γεννητικής ωριμότητας (6 έως 12 ετών για τα αρσενικά και 9 έως 18 ετών για τα θηλυκά) επιστρέφει στη στον ωκεανό θάλασσα των Σαργασσών για να εκκολάψει τα αυγά του και μετά πεθαίνει.
Αρκετοί παράγοντες επηρεάζουν των πληθυσμό των χελιών, όπως είναι η ρύπανση, η υπεραλίευση σε όλα τα στάδια της εξέλιξης τους (ενήλικα, ανήλικα, γυαλόχελα), τα τεχνητά εμπόδια κατά τις οδούς μετανάστευσης (υδροηλεκτρικά φράγματα, αναχώματα αντιπλημμυρικής προστασίας) και άλλοι φυσικοί παράγοντες.
Προστατεύεται σύμφωνα με τη διεθνή, κοινοτική και εθνική νομοθεσία. Έχει ταξινομηθεί ως σοβαρά απειλούμενο είδος στον κόκκινο κατάλογο της Διεθνούς Ένωσης για τη Διατήρηση της Φύσης και των Φυσικών Πόρων (IUCN) και από το 2007 αποτελεί αντικείμενο ευρωπαϊκού σχεδίου αποκατάστασης.
Είναι ευρύαλο, βενθικό είδος που ζει σε εύκρατες περιοχές συνήθως κοντά σε εκβολές ποταμών ή σε περιοχές με νερά χαμηλής αλατότητας και προτιμά λασπώδη και αμμολασπώδη υποστρώματα. Κατά τη διάρκεια της ημέρας χώνεται μέσα στο ίζημα του πυθμένα ενώ τη νύχτα είναι πιο δραστήριο.
Σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την κατανομή του είδους, είναι η ποιότητα του ιζήματος του πυθμένα, η αυξημένη συγκέντρωση θρεπτικών αλάτων και τα εύτροφα μη ρυπασμένα νερά κλειστών κόλπων. Η έναρξη της περιόδου ωοτοκίας στον Αμβρακικό κόλπο εντοπίζεται στα μέσα Μαΐου και σε θερμοκρασίας κοντά στους 20° C.
Η γαρίδα ολοκληρώνει το βιολογικό της κύκλο μέσα στον Αμβρακικό κόλπο, άρα το οικοσύστημα ανταποκρίνεται στις βιολογικές ανάγκες του είδους. Οι ευνοϊκές συνθήκες του κόλπου περιόρισαν τις μεταναστεύσεις από και προς το Ιόνιο Πέλαγος.
Η αλιεία της γάμπαρης πραγματοποιείται από τους παράκτιους αλιείς με τη χρήση διχτυών, γνωστά ως ˝γαμπαρόδιχτα˝.
Η υπεραλίευση και η παράνομη αλιεία (ιδιαίτερα η χρήση συρόμενων εργαλείων) είναι οι κύριοι παράγοντες μείωσης του πληθυσμού της γαρίδας.
Προστατεύεται σύμφωνα με την γενική αλιευτική νομοθεσία και με αλιευτική νομοθεσία που ισχύει μόνο για τον Αμβρακικό.