Το ρωμαϊκό ωδείο, από τα σημαντικότερα και καλύτερα διατηρημένα μνημεία της Νικόπολης, αποτελεί πραγματικό αρχιτεκτονικό έργο τέχνης, δημιούργημα κάποιου άγνωστου, αλλά σπουδαίου αρχιτέκτονα. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, στη δυτική πλευρά του παλαιοχριστιανικού τείχους, και συνορεύει με τη ρωμαϊκή αγορά (forum). Σε αυτό πραγματοποιούνταν ομιλίες, φιλολογικοί και μουσικοί αγώνες, αλλά και θεατρικές παραστάσεις κατά τη διάρκεια των Νέων Ακτίων, θρησκευτικών αγώνων που τελούνταν προς τιμή του Απόλλωνα. Το υπόλοιπο διάστημα του χρόνου πιθανόν λειτουργούσε και ως βουλευτήριο, καθώς γειτνίαζε με την αγορά.
Κατασκευάσθηκε στα χρόνια του Αυγούστου (αρχές 1ου αιώνα μ.Χ.) και δέχθηκε διάφορες επισκευές και μετατροπές στο τέλος του 2ου – αρχές 3ου αιώνα μ.Χ.
Το ωδείο αποτελείται από το κοίλο, την ορχήστρα και τη σκηνή. Το κοίλο διέθετε 19 σειρές εδωλίων και χωριζόταν σε δύο τμήματα με ένα μικρό οριζόντιο διάδρομο στο κέντρο του. Στη δέκατη σειρά των καθισμάτων υπάρχουν μικρά ανοίγματα, τα οποία έγιναν για λόγους ακουστικής. Τρεις ημικυκλικές στοές στηρίζουν το κοίλο, εξασφαλίζοντας έτσι την κλίση του. Οι στοές αυτές έχουν διαφορετικό ύψος, με χαμηλότερη την εσωτερική και ψηλότερη την εξωτερική.
Η πρόσβαση των θεατών προς τα εδώλια γινόταν από μια διπλή σκάλα που βρισκόταν στο μέσο της νότιας πρόσοψης του κοίλου, ενώ άλλες δύο μικρότερες σκάλες στις πλάγιες πλευρές οδηγούσαν στο εσωτερικό του κοίλου.
Η ορχήστρα είχε ημικυκλική μορφή και ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα μαρμαροθετήματα, τμήματα των οποίων σώζονται μέχρι σήμερα.Η σκηνή διέθετε τρεις εισόδους, μέσω των οποίων είχε κανείς πρόσβαση στο δρόμο που βρισκόταν βόρεια του ωδείου. Μεταξύ της σκηνής και του προσκηνίου διακρίνεται ένας βαθύς στενός διάδρομος. Πρόκειται για την «αύλακα των σκηνικών», που χρησίμευε για την ανύψωση της αυλαίας σε κάθε θεατρική παράσταση.
Το θέατρο της ρωμαϊκής Νικόπολης είναι το πρώτο μνημείο που παρατηρεί ο επισκέπτης, όταν έρχεται στο χώρο από τα βόρεια. Βρίσκεται στο Προάστειο, βόρεια της τειχισμένης πόλης, νοτιοανατολικά του μνημείου του Αυγούστου και ανατολικά του σταδίου. Πρόκειται για εντυπωσιακό οικοδόμημα, που κατασκευάσθηκε στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. μαζί με άλλα δημόσια κτήρια της πόλης.
Λειτουργούσε κυρίως κατά τη διάρκεια των Νέων Ακτίων, αγώνων που είχαν θρησκευτικό χαρακτήρα και τελούνταν προς τιμή του Απόλλωνα. Μάλιστα, κατάλογοι ακτιονικών, που έχουν βρεθεί στο τέμενος του Απόλλωνα, αναφέρουν ότι στο θέατρο πραγματοποιούνταν αγώνες ποιητών, σοφιστών, κωμωδών, τραγωδών, κηρύκων, σαλπιγκτών, κιθαριστών, φωνασκών, αυλητών και παντομίμων.
Το θέατρο κατασκευάσθηκε στην πλαγιά ενός λόφου και για την καλύτερη προστασία του από σεισμούς, γύρω από το κοίλο του κτίστηκε ψηλός εξωτερικός καμπύλος τοίχος, που ενισχύθηκε με αντηρίδες. Ένας πλατύς διάδρομος, το διάζωμα, χώριζε το κοίλο σε δύο τμήματα, το θέατρο και το επιθέατρο και στις άκρες του υπήρχαν δύο μεγάλες είσοδοι, που στεγάζονταν με καμάρα. Πάνω στο κοίλο υπήρχε περιφερική στοά, στην οποία πιθανότατα κατέφευγαν οι θεατές κατά τη διάρκεια κάποιας ξαφνικής καταιγίδας. Από τη στοά αυτή έχουν σωθεί μόνο οι πεσσοί που στήριζαν τη στέγη. Τα καθίσματα του κοίλου, που ήταν πλινθόκτιστα, έχουν καταστραφεί, ενώ η προεδρία, δηλαδή η πρώτη σειρά εδωλίων για τους επισήμους, ήταν λίθινη. Η ορχήστρα, όπως και το κοίλο, είχε σχήμα κανονικού ημικυκλίου. Η σκηνή ήταν ψηλή, πιθανόν διώροφη (χαρακτηριστικό γνώρισμα της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής) με τρεις αψιδωτές εισόδους στην πρόσοψη, μέσω των οποίων επικοινωνούσε με το λογείο, το χώρο ανάμεσα στη σκηνή και την ορχήστρα, όπου δίνονταν οι παραστάσεις.
Πρόκειται για το μνημείο – τρόπαιο της ναυμαχίας του Ακτίου, που ανήγειρε ο Οκταβιανός Αύγουστος σε ανάμνηση της νίκης του επί του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας και την τελική επικράτηση της Ρώμης στην Ανατολική Μεσόγειο. Κτισμένο το 28 π.Χ. πάνω στο λόφο Μιχαλίτσι, σε θέση με πανοραμική θέα, δεσπόζει του αρχαιολογικού χώρου. Οι πηγές αναφέρουν ότι στη θέση αυτή είχε στήσει το στρατηγείο του ο ίδιος ο Οκταβιανός τις παραμονές της θαλάσσιας αναμέτρησης.
Η μνημειακή μορφή του κτιρίου, η ανέγερσή του αμέσως μετά τη ναυμαχία του Ακτίου και οι πολλαπλοί συμβολισμοί, με τους οποίους είναι φορτισμένο, το ανάγουν σε χαρακτηριστικό παράδειγμα της προπαγανδιστικής πολιτικής που εφάρμοσε ο Οκταβιανός στα πλαίσια της μονοκρατορίας του.
Αποτελούσε τέμενος αφιερωμένο στους θεούς Απόλλωνα, Ποσειδώνα και Άρη, οι οποίοι στάθηκαν αρωγοί του αυτοκράτορα Αυγούστου στη μεγαλειώδη νίκη του.
Το μνημείο κατασκευάστηκε σε τεχνητό άνδηρο, την όψη του οποίου κοσμούσαν τα χάλκινα έμβολα του στόλου των ηττημένων (Αντωνίου και Κλεοπάτρας). Πάνω από τον πέμπτο δόμο της κρηπίδας είχαν τοποθετηθεί οι λιθόπλινθοι της μεγάλης αφιερωματικής λατινικής επιγραφής. Σύμφωνα με τα έως σήμερα εντοπισμένα τμήματα της επιγραφής μπορούμε να διαβάσουμε ότι ο Οκταβιανός «…αφιέρωσε στον Ποσειδώνα και τον Άρη το στρατόπεδο από όπου εφόρμησε κατά του εχθρού, το οποίο τώρα κοσμείται με λάφυρα πλοίων».
Στη βόρεια πλευρά υπήρχε πιόσχημη στοά, ανοιχτή προς τα νότια, όπου βρισκόταν ο μνημειώδης βωμός με εξαιρετικής τέχνης ανάγλυφο διάκοσμο, που αποδίδει το θρίαμβο του Αυγούστου.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Άρτας βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το φημισμένο γεφύρι της πόλης. Στεγάζεται σε νεόδμητο κτήριο και εγκαινιάστηκε το Φθινόπωρο του 2009. Περιλαμβάνει μια σπουδαία συλλογή αρχαίων αντικειμένων που καλύπτουν χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο από την παλαιολιθική εποχή έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Τα περισσότερα και σημαντικότερα εκθέματα χρονολογούνται στην κλασσική περίοδο και προέρχονται από την Αμβρακία, κορινθιακή αποικία που ήταν κτισμένη στην ίδια θέση με τη σημερινή Άρτα.
Η έκθεση περιλαμβάνει αγγεία, νομίσματα, επιτύμβιες στήλες, ειδώλια, κοσμήματα κ.ά. και είναι διαρθρωμένη σε τρεις μεγάλες ενότητες. Στην πρώτη εκτίθενται αντικείμενα που αφορούν στο δημόσιο βίο των κατοίκων της Αμβρακίας, η δεύτερη περιλαμβάνει εκθέματα από τα αρχαία νεκροταφεία της και η τρίτη αφορά στον ιδιωτικό βίο. Κείμενα και άλλο εποπτικό υλικό συνοδεύουν τα εκθέματα και δίνουν σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία πόλη. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου που απευθύνονται σε μαθητές με σκοπό την καλύτερη εκμάθηση της τοπικής ιστορίας.
Το κτίριο του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Νικόπολης, συνολικής επιφάνειας 2.150 τ.μ., βρίσκεται στην είσοδο της πόλης της Πρέβεζας. Περιλαμβάνει δύο κύριους εκθεσιακούς χώρους, αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, χώρους διοίκησης, εργαστήρια συντήρησης, αποθηκευτικούς χώρους, χώρους εξυπηρέτησης κοινού (εκδοτήριο εισιτηρίων, πωλητήριο, αναψυκτήριο) και ξενώνα.
Η έκθεση του Μουσείου αφορά αποκλειστικά στα ευρήματα του αρχαιολογικού χώρου της Νικόπολης και όχι στη συλλογή μιας ευρύτερης περιοχής, γεγονός που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την κεντρική της ιδέα. Επομένως, ένας από τους πρωταρχικούς παράγοντες είναι η σύνδεση της Έκθεσης και του Μουσείου με τον αρχαιολογικό χώρο της Νικόπολης. Η εικόνα του χώρου βρίσκεται διαρκώς στο μυαλό του επισκέπτη, καθώς με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η πληρέστερη κατανόηση της έκθεσης, ανεξαρτήτως του αν η επίσκεψη στον αρχαιολογικό χώρο προηγείται ή έπεται. Η σύνδεση του Μουσείου με τον αρχαιολογικό χώρο και τα μνημεία πραγματοποιείται στο χώρο υποδοχής του Μουσείου καθώς και σε σημεία της Έκθεσης με οπτικοακουστικό υλικό.
Σε αυτό το πλαίσιο προβάλλεται η μεγαλοπρεπής ρωμαϊκή Νικόπολη, ως η πόλη-σύμβολο μιας μεγαλειώδους νίκης, που ιδρύθηκε για να επιδείξει την ισχύ του Οκταβιανού Αυγούστου. Ταυτόχρονα παρουσιάζεται η παλαιοχριστιανική πόλη, που μεταβάλλεται με την κατάρρευση των ρωμαϊκών συνόρων, τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Αυτοκρατορίας από τη Δύση στην Ανατολή και την επικράτηση του Χριστιανισμού, ανασυντάσσεται κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο και ανακτά το μεγαλοπρεπή χαρακτήρα της, αποτελώντας καίριο θρησκευτικό και διοικητικό κέντρο.